τιμαλφής

τιμαλφής
-ής, -ές
γεν. -ούς, αιτ. -ή, πληθ. ουδ. -ή
1. πολύτιμος, βαρύτιμος.
2. το ουδ. ως ουσ., τιμαλφή, τα τα κοσμήματα, τα διαμαντικά, τα χρυσαφικά.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • τιμαλφής — fetching a prize masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμαλφής — ές, ΝΜΑ αυτός που αξίζει πολύ, πολύτιμος νεοελλ. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα τιμαλφή κοσμήματα, πολύτιμα λίθοι. [ΕΤΥΜΟΛ. < τιμή + αλφής (< ἀλφάνω «φέρω, βρίσκω, αποκτώ»), πρβλ. πολυ αλφής] …   Dictionary of Greek

  • τιμαλφῆ — τιμαλφής fetching a prize neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) τιμαλφής fetching a prize masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) τιμαλφής fetching a prize masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμαλφέστερον — τιμαλφής fetching a prize adverbial comp τιμαλφής fetching a prize masc acc comp sg τιμαλφής fetching a prize neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμαλφέα — τιμαλφής fetching a prize neut nom/voc/acc pl (epic ionic) τιμαλφής fetching a prize masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμαλφές — τιμαλφής fetching a prize masc/fem voc sg τιμαλφής fetching a prize neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμαλφέστατα — τιμαλφής fetching a prize adverbial superl τιμαλφής fetching a prize neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμαλφέστατον — τιμαλφής fetching a prize masc acc superl sg τιμαλφής fetching a prize neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμαλφεστάτης — τιμαλφής fetching a prize fem gen superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τιμαλφεστάτου — τιμαλφής fetching a prize masc/neut gen superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”